Η γένεσις της Τραγωδίας και η Επίδραση των Ελευσινίων Μυστηρίων – Μέρος Ι

Πρόλογος – Λίγα λόγια για το συγγραφέα.

Το θέμα της γένεσης της τραγωδίας και της σύνδεσης της με τη μυστηριακή θρησκεία των Ελευσινίων απασχόλησε αρκετούς οπαδούς της αναβίωσης του αρχαίου ελληνικού θεάτρου στο τέλος του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα. Ο κλασσικισμός του 19ου αιώνα έδωσε τη θέση του στο ρομαντισμό, που μπολιασμένος από εσωτερικές διδασκαλίες, μυημένων ποιητών ή εσωτεριστών φιλοσόφων έδωσε ως καρπούς την αναβίωση των ολυμπιακών αγώνων και του αρχαίου θεάτρου μέσα από την αναβίωση της δελφικής ιδέας.

Ένας από τους θαυμαστές της αρχαίας τραγωδίας που προσπάθησε να κάνει τις πρώτες συνδέσεις της με αυτό που την εποχή εκείνη ονομαζόταν μυστηριακό δράμα είναι κι ο Εδουράρδος Συρέ. Ο Συρέ γεννήθηκε στο Στρασβούργο στις 21 Ιανουραρίου 1841. Έχασε τους γονείς του σε μικρή ηλικία. Σπούδασε νομικά αλλά εγκατέλειψε τη νομική για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία. Φοίτησε λογοτεχνία στα πανεπιστήμια της Βόννης, του Μονάχου και του Βερολίνου. Στο Μόναχο γνωρίστηκε με μία άλλη μεγάλη προσωπικότητα της τέχνης και του εσωτερισμού, τον Ρίχαρντ Βάγκνερ. Κοντά του ξεκίνησε η μύηση του στα θέματα της μεταφυσικής. Στην πορεία της ζωής του ευτύχησε να συναντηθεί με τον κορυφαίο γερμανό εσωτεριστή Ρούντολφ Στάινερ, κοντά στον οποίο κορυφώθηκε και η μυητική του πορεία.

Το 1862 εγκαθίσταται στο Παρίσι. Συνεργάζεται με λογοτεχνικά περιοδικά και συμμετέχει σε πολλές λογοτεχνικές δραστηριότητες. Αναχωρεί για την Ιταλία το 1871 με σκοπό να ολοκληρώσει το έργο του «Το μυστικό δράμα» και στη Φλωρεντία γνωρίζεται με τη μελλοντική μούσα του, Αλβάνα Μανιάτη. Εκείνη είναι κερκυραϊκής καταγωγής και μυημένη σε βάθος στον εσωτερισμό. Κάτω από την επίδραση της συντάσσει το μεγαλειώδες έργο του «Οι μεγάλοι μύστες», που τον έκανε παγκοσμίως γνωστό και μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες σε όλο τον κόσμο.

Το 1873 ταξιδεύει στην Ανατολή. Επισκέπτεται την Αίγυπτο, την Παλαιστίνη και την Ελλάδα. Γράφει άρθρα και βιβλία που δεν έχουν όμως πάντα την ανάλογη επιτυχία. Το «Η Γένεσις της Τραγωδίας» είναι ένα από αυτά τα έργα του. Το συγκεκριμένο έργο εκδόθηκε ανολοκλήρωτο, καθώς δεν πρόλαβε να το τελειώσει. Ο θάνατος τον πρόλαβε πριν καταφέρει να ολοκληρώσει την πορεία που είχε στο μυαλό του γι’ αυτό το έργο.

Εισαγωγή – Οι Τέχνες και τα Μυστήρια

Ο Συρέ όπως και ο Βάγκνερ πίστευε ότι οι καλές τέχνες δεν πρέπει να διαχωρίζονται αλλά να δημιουργούν μεταξύ τους συνθέσεις. Γι’ αυτό και εκτιμούσε τις αναπαραστικές τέχνες όπως το θέατρο, γιατί μέσω αυτού μπορούσαν να συντεθούν οι επιμέρους τέχνες της μουσικής, της ζωγραφικής, κλπ. Θαύμαζε όμως το θέατρο και για ένα άλλο λόγο. Πίστευε ότι μέσα από αυτό, αλλά και μέσα από τις τέχνες γενικότερα, ο θεατής μπορεί να βιώσει συμπαντικές αλήθειες και να οδηγηθεί ακόμα και σε μυήσεις.

Με βάση αυτά τα πιστεύω του έκανε μία απόπειρα να προσεγγίσει το αρχαίο θέατρο από την πλευρά του Εσωτερισμού. Το συνέδεσε με τα Ελευσίνια Μυστήρια, κατά τη διάρκεια των οποίων ο ίδιος πίστευε ότι η μύηση των παρευρισκομένων γινόταν μέσα από διαδικασίες που θύμιζαν πολύ θεατρικά δρώμενα. Παράλληλα πίστευε ότι και το αρχαίο θέατρο κατά τη γέννηση του στην αρχαία Αθήνα ξεκίνησε στην αρχή ως μερική αποκάλυψη των όσων λάμβαναν χώρα κατά τη διάρκεια των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Η προσέγγιση του αυτή βασιζόταν μεταξύ άλλων και στο γεγονός ότι δύο από τους θεμελιωτές του αρχαίου θεάτρου, ο Αισχύλος και ο Σοφοκλής ήταν μυημένοι σε αυτά.

Κατά την άποψη του Συρέ η αποκάλυψη των Ελευσινίων Μυστηρίων ξεκίνησε από ένα ατύχημα. Το ατύχημα αυτό ανάγκασε τους ιεροφάντες των Μυστηρίων να επιτρέψουν την αποκάλυψη μέρους των Μυστηρίων, ορκίζοντας όμως παράλληλα τους θεατρικούς «παραγωγούς» στην απόκρυψη του μέγιστου των μυστικών, που διδασκόταν στα Μυστήρια και που είχε να κάνει με την πορεία της Ψυχής μετά το θάνατο.

Ας δούμε όμως πιο αναλυτικά τι πίστευε ο Συρέ για τη γένεση της αρχαίας τραγωδίας, καθώς και για τον τρόπο που η γένεση της συνδεόταν με το περιεχόμενο των Ελευσινίων Μυστηρίων. Αναγκαίο ωστόσο είναι να κάνουμε την επισήμανση ότι πρόκειται για μία υπόθεση, καθώς ιστορικά κανείς δε γνωρίζει το πλήρες περιεχόμενο των Μυστηρίων. Ας διαβάσουμε λοιπόν τη συγκεκριμένη προσέγγιση κι ας κρίνουμε μόνοι μας τις σχέσεις και τις συνάφειες που ισχυρίζεται ότι υπάρχουν μεταξύ αυτών και του μυητικού – ή απλά καλλιτεχνικού – θεάτρου της εποχής μας.

Η γέννεση της Τραγωδίας

Βρισκόμαστε στην Αθήνα του έκτου αιώνα π.Χ. Οι γιορτές του Διονύσου γιορτάζονται με ιδιαίτερη λαμπρότητα στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής. Οι χωρικοί της υπαίθρου έχουν μάθει καλά τις ημέρες των γιορτών και είναι πάντα έτοιμοι να μπουν στο κλίμα χωρίς ιδιαίτερες προετοιμασίες. Οι κατσικοπόδαροι Σάτυροι και οι κερασφόροι Φαύνοι γεμίζουν τα χωριά της Αττικής και τραγουδούν πονηρά τραγούδια, πειράζοντας τον κόσμο και φορτίζοντας σεξουαλικά την ατμόσφαιρα των γιορτών. Το κρασί ρέει άφθονο και ο μύθος του Διονύσου που τεμαχίζεται και ανασταίνεται συνδυάζεται στο μυαλό του κόσμου με τον κύκλο των εποχών και το κρασί που βγαίνει από το πάτημα των σταφυλιών. Στη ζωή όλα έχουν ένα τέλος, γι’ αυτό καλό είναι να τη χαρούμε, αλλά από την άλλη κι από κάθε τέλος κάτι καινούριο θα βγει, κάτι καλό και γευστικό όπως το κρασί, κάτι πιο λεπτό στη γεύση και μετασχηματισμένο σε σχέση με την προηγούμενη μορφή του.

Οι Σάτυροι και οι Φαύνοι γυρίζουν τα χωριά παίζοντας μουσική με τους αυλούς και τις φόρμιγγες. Απαγγέλουν αυτοσχέδια ποιήματα και στήνουν αυτοσχέδιους χορούς. Συνδυάζονται σε παρέες γλεντζέδων – θιάσους που τριγυρνούν την Αττική από χωριό σε χωριό και στήνουν αυτοσχέδιες παραστάσεις με μουσική, χορό και απαγγελία. Με το καιρό κάποιες παρέες γίνονται πιο μόνιμες και κατεβαίνουν κάθε χρόνο στις γιορτές. Ίσως και να μαζεύουν και τα κεράσματα των θεατών, ίσως και να παίρνουν και το κατιτίς τους, οι θίασοι αυτοί αποκτούν φήμη στην Αττική κι ο κόσμος περιμένει πώς και πώς την έλευση τους.

Ένας από αυτούς τους θιάσους είναι ο θίασος του Θέσπη. Ο Θέσπης δείχνει να έχει αρκετή έμπνευση για να ξεχωρίσει το όνομα του από τον υπόλοιπο θίασο και να συγκεντρώσει μόνος του την προσοχή του κοινού. Αντιλαμβάνεται το ενδιαφέρον που προκύπτει από αυτή την καινοτομία και παίρνει πάνω του μεγαλύτερους «ρόλους», αφηγούμενος ιστορίες. Εισάγει την έννοια του διαλόγου μεταξύ του ιδίου που αφηγείται την ιστορία και του χορού, του υπόλοιπου θιάσου που απαντά, σχολιάζει και δίνει το πλαίσο του μύθου. Είναι πασίγνωστος στην Αττική κι όλοι περιμένουν πώς και πώς πότε θα περάσει από το χωριό τους για να αρχίσουν το κέφι.

Μεθυσμένος ίσως από τη δόξα του και την αγάπη του κοινού του ο Θέσπις ψάχνει τρόπους να κρατήσει το ενδιαφέρον του κοινού του και να αυξήσει την προσοχή του. Αποφασίζει λοιπόν να τολμήσει το αδιανόητο, ταυτιζόμενος στις γιορτές με το ρόλο του ίδιου του Διονύσου. Ανεβαίνει στις αυτοσχέδιες σκηνές και υποδύεται τον ίδιο το θεό, αναπαριστώντας το Θείο Δράμα του τεμαχισμού και της Ανάστασης του. Συνδιαλέγεται με τους χορευτές του, που τριγυρίζουν γύρω του, ντυμένοι Σάτυροι και Φαύνοι και προσφέρει στον κόσμο μία μοναδική στιγμή, καθώς αυτός παρακολουθεί μπροστά του την αναπαράσταση του Θείου Δράματος.

Στην πόλη επικρατεί πανικός. Το τόλμημα του Θέσπη μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. Όλοι θέλουν να τον δουν και να τον παρακολουθήσουν. Μεθυσμένοι και επηρεασμένοι από το Δράμα οι χωρικοί παραδίδονται σε μεθύσια και όργια άνευ προηγουμένου. Η έκσταση και το μεθύσι για τους αρχαίους είναι συνυφασμένα με την αποχώρηση από την καθημερινότητα και τα πεζά στοιχεία της καθημερινής ζωής. Είναι μέρος της «ανάστασης» της ψυχής και του περάσματος της σε μία άλλη κατηγορία ύπαρξης.

Γεγονός είναι όμως ότι όπως σε κάθε εποχή λίγοι άνθρωποι βλέπουν αυτά τα όργια συμβολικά. Οι περισσότεροι κρατάνε σαν ηθικό δίδαγμα ότι κάποια στιγμή η ζωή τελειώνει και «ποιος ξέρει τι θα είμαστε μετά;». Τα όργια και οι τελετές είναι μία δικαιολογία για την έξαρση των σεξουαλικών παθών και η υποδαύλιση τους από το Θέσπη, που θυμίζει ότι ο θάνατος έρχεται για όλους, εξαπλώνει ένα κύμα οργιαστικής γιορτής στην Αθήνα. Οι προύχοντες της πόλης θορυβούνται. Το πλήθος μπορεί να γίνει ανεξέλεγκτο. Η ιστορία του Διονύσου δε γίνεται κατανοητή από τον απλό χωρικό ως ιστορία ανάστασης, αλλά περισσότερο ως ιστορία θανάτου και γιορτής. Με το να αναπαριστά το Διόνυσο, ο Θέσπις δοκιμάζει για τη δική του δόξα να βγάλει προς τα έξω ένα μυστικό που έπρεπε να διδάσκονται μόνο οι μυημένοι, γιατί, αν έβγαινε προς τον απλό λαό, η παρεξήγηση του θα έφερνε τα αποτελέσματα που έβλεπαν όλοι τώρα μπροστά τους. Ποιος ξέρει άλλωστε από πού είχε μάθει κι ο ίδιος αυτά που αναπαριστούσε κι αν τα αναπαριστούσε σωστά ή έλεγε στον κόσμο άλλα αντί άλλων.

Ο Σόλων είναι τότε άρχοντας της Αθήνας. Γνωστός για τη σοφία και τη σύνεση του διατάζει να φέρουν μπροστά του το Θέσπη. Τον επιπλήττει για την ύβρι του και τον ρωτάει πού βρήκε το θράσος να παρουσιάζει τόσα ψέματα στον κόσμο. Δε φτάνει όμως πια μόνο αυτό. Πρέπει με κάποιο τρόπο να αποκατασταθούν κάποιες αλήθειες στα μάτια των χωρικών. Δεν μπορεί τα Μυστήρια να προωθούν τις ξέφρενες οργιαστικές απολαύσεις, χωρίς βαθύτερο νόημα και ουσία. Οι επιφανέστεροι των Αθηνών στρέφονται στο πρόσωπο ενός από τα εξέχονται μέλη τους, στο πρόσωπο του Αισχύλου. Σε αυτόν αναθέτουν το βαρύ φορτίο να πει σωστά την ιστορία, αλλά και να κρατήσει μακριά από τους αμύητους αυτά που δεν ήταν σε θέση να κατανοήσουν και να ξέρουν.

Στο δεύτερο μέρος: Η συνεισφορά του Αισχύλου στην Αρχαία Τραγωδία

Advertisements
This entry was posted in Άρθρα and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s